Τρίτη 31 Μαΐου 2016

«Φαίδρος», Πλάτων (αποσπάσματα 274c - 275b)

ΣΩ. Ἤκουσα τοίνυν περὶ Ναύκρατιν τῆς Αἰγύπτου γενέσθαι τῶν ἐκεῖ παλαιῶν τινα θεῶν, οὗ καὶ τὸ ὄρνεον ἱερὸν ὃ δὴ καλοῦσιν Ἶβιν· αὐτῷ δὲ ὄνομα τῷ δαίμονι εἶναι Θεύθ. τοῦτον δὴ πρῶτον ἀριθμόν τε καὶ λογισμὸν εὑρεῖν καὶ [274d] γεωμετρίαν καὶ ἀστρονομίαν, ἔτι δὲ πεττείας τε καὶ κυβείας,
καὶ δὴ καὶ γράμματα. βασιλέως δ’ αὖ τότε ὄντος Αἰγύπτου ὅλης Θαμοῦ περὶ τὴν μεγάλην πόλιν τοῦ ἄνω τόπου ἣν οἱ Ἕλληνες Αἰγυπτίας Θήβας καλοῦσι, καὶ τὸν θεὸν Ἄμμωνα, παρὰ τοῦτον ἐλθὼν ὁ Θεὺθ τὰς τέχνας ἐπέδειξεν, καὶ ἔφη δεῖν διαδοθῆναι τοῖς ἄλλοις Αἰγυπτίοις· ὁ δὲ ἤρετο ἥντινα
ἑκάστη ἔχοι ὠφελίαν, διεξιόντος δέ, ὅτι καλῶς ἢ μὴ [274e] καλῶς δοκοῖ λέγειν, τὸ μὲν ἔψεγεν, τὸ δ’ ἐπῄνει. πολλὰ μὲν δὴ περὶ ἑκάστης τῆς τέχνης ἐπ’ ἀμφότερα Θαμοῦν τῷ Θεὺθ λέγεται ἀποφήνασθαι, ἃ λόγος πολὺς ἂν εἴη διελθεῖν· ἐπειδὴ δὲ ἐπὶ τοῖς γράμμασιν ἦν, «Τοῦτο δέ, ὦ βασιλεῦ, τὸ μάθημα», ἔφη ὁ Θεύθ, «σοφωτέρους Αἰγυπτίους καὶ μνημο- νικωτέρους παρέξει· μνήμης τε γὰρ καὶ σοφίας φάρμακον ηὑρέθη». ὁ δ’ εἶπεν· «Ὦ τεχνικώτατε Θεύθ, ἄλλος μὲν τεκεῖν δυνατὸς τὰ τέχνης, ἄλλος δὲ κρῖναι τίν’ ἔχει μοῖραν βλάβης τε καὶ ὠφελίας τοῖς μέλλουσι χρῆσθαι· καὶ νῦν
[275a] σύ, πατὴρ ὢν γραμμάτων, δι’ εὔνοιαν τοὐναντίον εἶπες ἢ δύναται. τοῦτο γὰρ τῶν μαθόντων λήθην μὲν ἐν ψυχαῖς παρέξει μνήμης ἀμελετησίᾳ, ἅτε διὰ πίστιν γραφῆς ἔξωθεν
ὑπ’ ἀλλοτρίων τύπων, οὐκ ἔνδοθεν αὐτοὺς ὑφ’ αὑτῶν ἀναμι- μνῃσκομένους· οὔκουν μνήμης ἀλλὰ ὑπομνήσεως φάρμακον ηὗρες. σοφίας δὲ τοῖς μαθηταῖς δόξαν, οὐκ ἀλήθειαν πορίζεις· πολυήκοοι γάρ σοι γενόμενοι ἄνευ διδαχῆς πολυγνώ- [275b] μονες εἶναι δόξουσιν, ἀγνώμονες ὡς ἐπὶ τὸ πλῆθος ὄντες, καὶ χαλεποὶ συνεῖναι, δοξόσοφοι γεγονότες ἀντὶ σοφῶν».


Μετάφραση:

ΣΩ. Άκουσα λοιπόν, πως γύρω εκεί στη Ναύκρατιν, στην Αίγυπτο, υπάρχει ένας από τους παλιούς θεούς του τόπου· αυτού είναι και το ιερό πουλί που το λένε Ίβι. Και του ίδιου του θεού το όνομα είναι Θεύθ. Κι αυτός πρώτος βρήκε και τον αριθμό και την αρίθμηση και τη γεωμετρία και την αστρονομία, ακόμα και το παιχνίδι με τους πεσσούς και το παιχνίδι με τους κύβους και ακόμα και τα γράμματα. Και τον καιρό εκείνο ήτανε βασιλιάς σ' όλη την Αίγυπτο ο Θαμούς κι έμενε στη μεγάλη πόλη του επάνω τόπου, που οι Έλληνες την ονομάζουν Αιγυπτιακές Θήβες, και το θεό τον ονομάζουν Άμμωνα·σ' αυτόν ήλθε ο Θεύθ κι έδειξε τις τέχνες του και είπε, ότι πρέπει να διαδοθούν στους άλλους Αιγύπτιους. Κι ο βασιλιάς ρώτησε, ποια ωφέλεια έχει κανείς από την καθεμιά. Κι ενώ εκείνος τα εξηγούσε, ο βασιλιάς ό,τι νόμιζε πως το έλεγε καλά, ό,τι νόμιζε πως το έλεγε άσχημα, το ένα το έψεγε, το άλλο το επαινούσε. Πολλά λοιπόν για την κάθε τέχνη χωριστά καλά και κακά λένε πως ο Θαμούς είπε στο Θεύθ, και θα πολυλογούσαμε, αν τα λέγαμε ένα–ένα. Και όταν ήρθανε στα γράμματα: «Τούτο δα το μάθημα βασιλιά μου», είπεν ο Θεύθ, «θα κάμη τους Αιγύπτιους πιο σοφούς, και το μνημονικό τους πιο καλό, γιατί για τη μνήμη και για τη σοφία βρέθηκε το φάρμακο». Ο βασιλιάς όμως είπε: «Πολύτεχνε Θεύθ, άλλος έχει τη δύναμη να γεννάη τις τέχνες, κι άλλος πάλι να κρίνη πόσο θε να βλάψουν και θε να ωφελήσουν εκείνους που μέλλουν να τις μεταχειρισθούν. Και συ τώρα, σαν πατέρας των γραμμάτων, από εύνοια είπες το αντίθετο απ' εκείνο που αυτά μπορούν. Γιατί τα γράμματα στις ψυχές εκείνων που θα τα μάθουν, θα φέρουν λησμονιά, μια και αυτοί θα παραμελήσουν τη μνήμη τους, γιατί από εμπιστοσύνη στη γραφή θα φέρνουν τα πράγματα στη μνήμη τους απ' έξω με ξένα σημάδια, όχι από μέσα από τον εαυτό τους τον ίδιο. Ώστε δεν ευρήκες το φάρμακο για τη μνήμη την ίδια, αλλά για το να ξαναφέρνης κάτι στη θύμηση. Κι από τη σοφία δίνεις στους μαθητές σου μια δόκηση, κι όχι την αλήθεια∙ γιατί έχοντας πολλά ακούσει χωρίς να τα διδαχθούνε θάχουν τη γνώμη πως ξέρουνε πολλά, ενώ είναι ανίδεοι στα πιο πολλά και φορτικοί στη συντροφιά τους, και θα έχουν γίνει αντίς σοφοί δοκησίσοφοι.




  •      Ο Σωκράτης επιθυμώντας να δείξει την υπεροχή του προφορικού λόγου ένταντι του γραπτού, αφηγείται την ιστορία του αιγύπτιου θεού Θευθ. Ο Θευθ εφηύρε την γραφή, την αριθμητική, τις επιστήμες και τα παιχνίδια. Έπειτα, τις παρουσίασε στο βασιλιά Θαμού και ο τελευταίος, αφότου άκουσε για την χρησιμότητα αυτών των εφευρέσεων, άσκησε την κριτική του. Αντέδρασε όμως στη γραφή, διότι θα κάνει τους ανθρώπους να νομίζουν πως γνωρίζουν πολλά, ενώ στην πραγματικότητα αγνοούν ακόμη και τα πιο σημαντικά.

Οι Αρχαίοι Έλληνες φαίνεται να σέβονται την αιγυπτιακή παράδοση, παρόλα αυτά αντιπαρατάσσουν τους δικούς τους «εφευρέτες». Η Αθηνά εφηύρε τις ειρηνικές τέχνες και τη ναυσιπλοϊα. Η Αγοραία Αθηνά χάρισε την ευγλωττία στους ρήτορες, ενώ ο Απόλλων εφηύρε τον στίχο και την τέχνη της κιθάρας. Ο Ήφαιστος εφηύρε την κατασκευή των όπλων και ο Προμηθέας έδωσε τη φωτιά στους ανθρώπους και τους δίδαξε μεταλλουργικές τέχνες.


Η υπεροχή του προφορικού λόγου κατά τον Πλάτωνα:

    Για τον Πλάτωνα, ο προφορικός, άγραφος λόγος είναι ομοίωμα του λόγου της ψυχής. Αντιθέτως, ο γραπτός λόγος αποτελεί ομοίωμα του προφορικού και κατά συνέπεια είναι κατώτερος του. Και αυτό γιατί ο γραπτός λόγος δε μπορεί να μεταδώσει τα διδάγματα της μιας ψυχής σε μια άλλη, παρά μόνο να τα καταγράψει. Κάνει τους ανθρώπους να πιστεύουν, πως έχουν μεγάλη γνώση, όταν στην πραγματικότητα δεν έχουν μάθει τίποτα, δεν έχουν αναπτύξει από μόνοι τους κάτι μέσα στη ψυχή τους, αλλά αντίθετα έχουν απομνημονεύσει προφάσεις σοφίας.
  Η επιμονή, όμως, του Πλάτωνα έγκειται στο στοιχείο της ουσίας της γνώσης. Η ψυχή, κατά τον ίδιο, προσπαθεί να ''θυμηθεί'' πράγματα από τον κόσμο των ιδεών από όπου προέρχεται και να τα εκφράσει με το διάλογο.


Επιμέλεια-σχολιασμός κειμένου: Πανουτσακοπούλου Ειρήνη




Πέμπτη 26 Μαΐου 2016

Μελέαγρος

 


 Ο Μελέαγρος ήταν γιός του βασιλιά της Καλυδώνας Οινέως και της αδελφής της Λήδας, Αλθαίας.

    Η θεά Άρτεμις θέλοντας να τιμωρήσει τον βασιλιά Οινέα, ο οποίος ξέχασε να θυσιάσει σε αυτή, στέλνει έναν κάπρο στην Καλυδώνα. 
   Ο Μελέαγρος, μεταξύ άλλων συμμετεχόντων στο κυνήγι, καταφέρνει να τον σκοτώσει (με τη βοήθεια της Αταλάντης). Στη μάχη που ακολουθεί μεταξύ Αιτωλών και Κουρήτων για το ποιος θα πάρει τον κάπρο ο Μελέαγρος σκοτώνει τους δύο θείους του. Η κατάρα της μητέρας του έκανε τον Μελέαγρο να αποσυρθεί από τη μάχη, με αποτέλεσμα οι Κουρήτες να κερδίζουν και να προετοιμάζονται για την ολοκληρωτική καταστροφή της Καλυδώνας. Η σύζυγος του, Κλεοπάτρα, καταφέρνει τελευταία στιγμή να τον μεταπείσει. Έτσι, ο Μελέαγρος έσωσε την πόλη, αλλά σκοτώθηκε προς το τέλος της μάχης.

Ο μύθος του καμμένου κούτσουρου:
Όταν ο Μελέαγρος ήταν βρέφος, οι Μοίρες είπαν στην μητέρα του, πως ο γιος της θα πέθαινε αν καιγόταν τελείως το κούτσουρο που βρισκόταν εκείνη της στιγμή στην εστία. Η Αλθαία, φοβισμένη το έσβησε αμέσως και το φύλαξε για τα 15 επόμενα χρόνια. Όταν όμως έμαθε για τον θάνατο τον αδελφών της, εξοργισμένη έκαψε το κούτσουρο, προκαλώντας το θάνατο του γιου της. Η Αλθαία, έχοντας μετανιώσει αυτοκτονεί. 
  





Επιμέλεια/Σύντακη κειμένου: Πανουτσακοπούλου Ειρήνη



Κυριακή 15 Μαΐου 2016

Ισοκράτης, «Πανηγυρικός» 45-51



Πανηγυρικός του Ισοκράτους, αποσπάσματα 45-51

[45] καὶ γὰρ θεάματα πλεῖστα καὶ κάλλιστα κέκτηται, τὰ μὲν ταῖς δαπάναις ὑπερβάλλοντα, τὰ δὲ κατὰ τὰς τέχνας εὐδοκιμοῦντα, τὰ δ’ ἀμφοτέροις τούτοις διαφέροντα, καὶ τὸ πλῆθος τῶν εἰσαφικ-
νουμένων ὡς ἡμᾶς τοσοῦτόν ἐστιν ὥστ’ εἴ τι ἐν τῷ πλησιάζειν ἀλλήλοις ἀγαθόν ἐστιν, καὶ τοῦθ’ ὑπ’ αὐτῆς περιειλῆφθαι. πρὸς δὲ τούτοις καὶ φιλίας εὑρεῖν πιστοτάτας καὶ συνουσίαις ἐντυχεῖν παντοδαπωτάταις μάλιστα παρ’ ἡμῖν ἔστιν, ἔτι δ’ ἀγῶνας ἰδεῖν, μὴ μόνον τάχους καὶ ῥώμης,
ἀλλὰ καὶ λόγων καὶ γνώμης καὶ τῶν ἄλλων ἔργων ἁπάντων,καὶ τούτων ἆθλα μέγιστα. 


Και πράγματι απόχτησε θεάματα πάρα πολλά και θαυμαστά, άλλα πολυτελή και πολυδάπανα, άλλα ονομαστά για την αξία τους την καλλιτεχνική και άλλα πάλι που συνδυάζουν και τα δυο. Και είναι τόσο το πλήθος των ανθρώπων που καταφθάνουν συνέχεια στην πόλη μας, ώστε, αν κάτι καλό υπάρχει στην επικοινωνία αυτή ανάμεσα στους ανθρώπους, και αυτό το απόλαυσε η πόλη μας. Πέρα από αυτά υπάρχει η δυνατότητα να βρει κανείς εδώ φίλους ειλικρινείς και συντροφιές κάθε λογής, να δει αγώνες δρόμου και σωματικής αλκής, αγώνες λόγου, πνεύματος και όλων των άλλων έργων του ανθρώπου, και για όλα αυτά τα πιο μεγάλα έπαθλα. 


[46] πρὸς γὰρ οἷς αὐτὴ τίθησιν, καὶ τοὺς ἄλλους διδόναι συναναπείθει· τὰ γὰρ ὑφ’ ἡμῶν
κριθέντα τοσαύτην λαμβάνει δόξαν ὥστε παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ἀγαπᾶσθαι. χωρὶς δὲ τούτων αἱ μὲν ἄλλαι πανηγύρεις διὰ πολλοῦ χρόνου συλλεγεῖσαι ταχέως διελύθησαν, ἡ δ’ ἡμετέρα πόλις ἅπαντα τὸν αἰῶνα τοῖς ἀφικνουμένοις πανήγυρίς ἐστιν.

Γιατί, εκτός από όσα αθλοθετεί η ίδια, τα καταφέρνει να προσφέρουν και οι άλλες πόλεις της Ελλάδας· και αυτό γιατί όσα εμείς κρίνουμε άξια, αμέσως αποχτούν μια τέτοια φήμη, που τα αγαπάει όλος ο κόσμος. Ξέχωρα από αυτά οι άλλες πανελλήνιες συγκεντρώσεις γίνονται σε χρονικά διαστήματα αραιά και διαλύονται γρήγορα, ενώ η πόλη η δικιά μας είναι μια αδιάκοπη γιορτή για όσους φτάνουν σ᾽ αυτόν τον τόπο.


[47] Φιλοσοφίαν τοίνυν, ἣ πάντα ταῦτα συνεξεῦρε καὶ συγκατεσκεύασεν καὶ πρός τε τὰς πράξεις ἡμᾶς ἐπαίδευσεν καὶ πρὸς ἀλλήλους ἐπράϋνε καὶ τῶν συμφορῶν τάς τε δι᾽ ἀμαθίαν καὶ τὰς ἐξ ἀνάγκης γιγνομένας διεῖλεν καὶ τὰς μὲν φυλάξασθαι, τὰς δὲ καλῶς ἐνεγκεῖν ἐδίδαξεν, ἡ πόλις ἡμῶν κατέδειξεν, καὶ λόγους ἐτίμησεν, ὧν πάντες μὲν ἐπιθυμοῦσιν, τοῖς δ᾽ ἐπισταμένοις φθονοῦσιν, 

Η πόλη μας δίδαξε επίσης ότι η καλλιέργεια του πνεύματος τα επινόησε και έδωσε μορφή σε όλα αυτά, μας έδωσε τα εφόδια να μεταφέρουμε τη θεωρία σε πράξη, γλύκανε τις σχέσεις μεταξύ μας, ξεχώρισε τις συμφορές σ᾽ αυτές που φέρνει η αμάθεια και αυτές που φέρνει η ανάγκη και μας έμαθε να φυλαγόμαστε από τις πρώτες και να αντιμετωπίζουμε με καρτερία τις άλλες. Η πόλη μας αναγνώρισε ακόμα την πρέπουσα αξία στην τέχνη του λόγου, που όλοι λαχταρούν να αποχτήσουν, φθονούν ωστόσο αυτούς που την κατέχουν.


[48] συνειδυῖα μὲν ὅτι τοῦτο μόνον ἐξ ἁπάντων τῶν ζῴων ἴδιον ἔφυμεν ἔχοντες καὶ διότι τούτῳ πλεονεκτήσαντες καὶ τοῖς ἄλλοις ἅπασιν αὐτῶν διηνέγκαμεν, ὁρῶσα δὲ περὶ μὲν τὰς ἄλλας πράξεις οὕτω ταραχώδεις οὔσας τὰς τύχας ὥστε πολλάκις ἐν αὐταῖς καὶ τοὺς φρονίμους ἀτυχεῖν καὶ τοὺς ἀνοήτους κατορθοῦν, τῶν δὲ λόγων τῶν καλῶς καὶ τεχνικῶς ἐχόντων οὐ μετὸν τοῖς φαύλοις, ἀλλὰ ψυχῆς εὖ φρονούσης ἔργον ὄντας, 


Και αυτό γιατί έχει βαθιά επίγνωση πως είναι το μόνο φυσικό μας πλεονέκτημα απέναντι στα ζώα και ακριβώς αυτό είναι που μας κάνει να ξεχωρίζουμε από εκείνα σε όλες τις άλλες εκδηλώσεις μας· βλέπει καλά ότι η τύχη στις άλλες βέβαια πλευρές της ανθρώπινης δραστηριότητας είναι έτσι ιδιότροπη και άστατη, ώστε πολλές φορές δεν πετυχαίνουν στη ζωή οι μυαλωμένοι, ενώ τα καταφέρνουν οι ανόητοι, και μονάχα οι λόγοι που είναι καμωμένοι με ομορφιά και τέχνη δεν είναι δυνατό να βγουν από αμαθείς και άξεστους, παρά είναι δημιουργήματα πνευμάτων φωτεινών και προικισμένων.

[49] καὶ τούς τε σοφοὺς καὶ τοὺς ἀμαθεῖς δοκοῦντας εἶναι ταύτῃ πλεῖστον ἀλλήλων διαφέροντας, ἔτι δὲ τοὺς εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐλευθέρως τεθραμμένους ἐκ μὲν ἀνδρίας καὶ πλούτου καὶ τῶν τοιούτων ἀγαθῶν οὐ γιγνωσκομένους, ἐκ δὲ τῶν λεγομένων μάλιστα καταφανεῖς γιγνομένους, καὶ τοῦτο σύμβολον τῆς παιδεύσεως ἡμῶν ἑκάστου πιστότατον ἀποδεδειγμένον, καὶ τοὺς λόγῳ καλῶς χρωμένους οὐ μόνον ἐν ταῖς αὑτῶν δυναμένους, ἀλλὰ καὶ παρὰ τοῖς ἄλλοις ἐντίμους ὄντας.
Ξέρει ακόμα ότι οι καλλιεργημένοι και αυτοί που θεωρούνται άξεστοι σ᾽ αυτό το σημείο διαφέρουν μεταξύ τους βασικά, άλλα και όσοι ανατράφηκαν από την αρχή όπως ταιριάζει σε ελεύθερους δεν ξεχωρίζουν από την παλικαριά και από τα πλούτη τους και από άλλα τέτοια αγαθά· η ικανότητα στο λόγο είναι που τους προβάλλει και αποτελεί κατά κοινή ομολογία το αλάνθαστο κριτήριο για το βαθμό καλλιέργειας που διαθέτει ο καθένας· και όσοι χειρίζονται το λόγο με ικανότητα δεν έχουν δύναμη μόνο στον τόπο τους, αλλά και στα άλλα μέρη τους τιμούν.


[50]τοσοῦτον δ᾽ ἀπολέλοιπεν ἡ πόλις ἡμῶν περὶ τὸ φρονεῖν καὶ λέγειν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ὥσθοἱ ταύτης μαθηταὶ τῶν ἄλλων διδάσκαλοι γεγόνασιν, καὶ τὸ τῶν Ἑλλήνων ὄνομα πεποίηκεν μηκέτι τοῦ γένους, ἀλλὰ τῆς διανοίας δοκεῖν εἶναι, καὶ μᾶλλον Ἕλληνας καλεῖσθαι τοὺς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας ἢ τοὺς τῆς κοινῆς φύσεως μετέχοντας.

Τόσο πολύ ξεπέρασε η πόλη μας όλους τους άλλους στην πνευματική ανάπτυξη και στην τέχνη του λόγου, ώστε οι δικοί της μαθητές έγιναν δάσκαλοι στους άλλους· το όνομα πάλι Έλληνες κατόρθωσε να μη συμβολίζει πια την καταγωγή, αλλά την καλλιέργεια του πνεύματος, και Έλληνες να ονομάζονται πιο πολύ όσοι δέχτηκαν τον τρόπο της δικιάς μας αγωγής και μόρφωσης παρά αυτοί που έχουν την ίδια με εμάς καταγωγή.


[51] Ἵνα δὲ μὴ δοκῶ περὶ τὰ μέρη διατρίβειν ὑπὲρ ὅλων τῶν πραγμάτων ὑποθέμενος, μηδ᾽ ἐκ τούτων ἐγκωμιάζειν τὴν πόλιν ἀπορῶν τὰ πρὸς τὸν πόλεμον αὐτὴν ἐπαινεῖν, ταῦτα μὲν εἰρήσθω μοι πρὸς τοὺς ἐπὶ τοῖς τοιούτοις φιλοτιμουμένους· ἡγοῦμαι δὲ τοῖς προγόνοις ἡμῶν οὐχ ἧττον ἐκ τῶν κινδύνων τιμᾶσθαι προσήκειν ἢ τῶν ἄλλων εὐεργεσιῶν. 


Για να μη δώσω όμως την εντύπωση πως πελαγοδρομώ σε λεπτομέρειες, ενώ στην αρχή υποσχέθηκα πως θα αναπτύξω όλο το θέμα στη γενική μορφή του, και για να μη φανεί πως πλέκω εγκώμιο στην πόλη μας με όλα τα παραπάνω, γιατί αδυνατώ να την επαινέσω για τα πολεμικά της κατορθώματα, ας πούμε πως τα είπα όλα αυτά για όσους ικανοποιείται το φιλότιμό τους όταν ακούν τέτοια θέματα. Εγώ προσωπικά νομίζω ότι στους προγόνους μας δεν ταιριάζει μικρότερη τιμή για τους πολεμικούς κινδύνους που αντιμετώπισαν από όση για τις άλλες ευεργεσίες που πρόσφεραν στους Έλληνες.




   Ο Πανηγυρικός του Ισοκράτη ολοκληρώθηκε το 380 π.Χ. Ο Ισοκράτης με αυτό τον λόγο προβάλλει σε όλο τον ελληνικό κόσμο το πολιτικό του «πιστεύω», όπως αυτό διαμορφώθηκε από τις ανάγκες μια συγκεκριμένης ιστορικής στιγμής: να ενωθούν όλοι οι Έλληνες και να στραφούν ενωμένοι κατά του εχθρού του ελληνισμού, των βαρβάρων της Ασίας. 
    Την ηγεσία της αποστολής είναι φυσικό να αναλάβει η Αθήνα. Ο Ισοκράτης πλέκει έντεχνα το εγκώμιο της πόλης και δίνει έντονη προσοχή στα πολιτιστικά επιτεύγματά της (τακτική, που επιτυχημένα είχε ακολουθήσει και ο Πλάτωνας στον Έπιτάφιο). 
   Αλλά ας εξετάσουμε διεξοδικότερα κάποια επιλεγμένα σημεία των άνωθεν αποσπασμάτων:


  • «θεάματα πλεῖστα καὶ κάλλιστα»: Εννοούνται τα διάφορα έργα τέχνης, αρχιτεκτονικής, γλυπτικής, ζωγραφικής κ.ο.κ, μέσω των οποίων οι Αθηναίοι εξέφρασαν το μεγαλείο της πόλης τους.


  • «καὶ φιλίας εὑρεῖν πιστοτάτας»: Ο τρόπος απόκτησης φίλων από την πλευρά των Αθηναίων μας είναι γνωστός από τον Περικλή («οὐ γὰρ πάσχοντες εὖ, ἀλλὰ δρῶντες κτώμεθα τοὺς φίλους»), 


  • « ἔτι δ’ ἀγῶνας ἰδεῖν, μὴ μόνον τάχους καὶ ῥώμης, ἀλλὰ καὶ λόγων καὶ γνώμης καὶ τῶν ἄλλων ἔργων ἁπάντων» : Στην Αθήνα τελούνταν πολλές γιορτές, κατά τη διάρκεια των οποίων δεν γίνονταν μόνο γυμνικοί και μουσικοί αγώνες, αλλά και απαγγελία ποιημάτων και διδασκαλία τραγωδιών. 

  • «Φιλοσοφίαν τοίνυν»: Ο όρος φιλοσοφία, εδώ, ταυτίζεται περισσότερο με τον όρο παιδεία. Αναφέρεται στην καλλιέργεια της ψυχής και του πνεύματος.


  • «ὅτι τοῦτο μόνον»: Υπονοείται το χάρισμα του λόγου. Ο Ισοκράτης παραθέτει επιχειρήματα, για να εξηγήσει το λόγο που οι Αθηναίοι εκτιμούσαν πολύ την ρητορική ικανότητα.


  • « καὶ τούς τε σοφοὺς καὶ τοὺς ἀμαθεῖς δοκοῦντας εἶναι ταύτῃ πλεῖστον ἀλλήλων διαφέροντας»: Το χάρισμα του λόγου είναι αυτό που διακρίνει τους σοφούς από τους απαίδευτους.

  • «τὸ φρονεῖν καὶ λέγειν»: Η ρητορική ικανότητα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη φρόνηση. Η λόγου τ' ἄνοια οδηγεί σε άστοχες και επιβλαβείς ενέργειες. Ο Ισοκράτης υποστηρίζει, πως δεν αρκεί κάποιος να μπορεί να μιλά στο πλήθος, αλλά να έχει και την αντίστοιχη φρόνηση, να είναι πεπαιδευμένος. 

  • «ὥσθ᾽ οἱ ταύτης μαθηταὶ τῶν ἄλλων διδάσκαλοι γεγόνασιν»: 
Διδάσκαλος ---> η Αθήνα       
Μαθητής ---> οι άλλες πόλεις

(Αυτόματα τονίζεται η πνευματική υπεροχή της Αθήνας, έναντι των άλλων πόλεων)




Ο λόγος του Ισοκράτη θυμίζει αρκετά τον Επιτάφιο του Περικλή. Η προβολή του μεγαλείου της Αθήνας τονίζει έμμεσα τα ευεργετικά χαρακτηριστικά του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η καλλιέργεια του λόγου και η εκπαίδευση ήταν δύο χαρακτηριστικά, που απουσίαζαν από τα περισσότερα τυραννικά και ολιγαρχικά καθεστώτα.



Επιμέλεια κειμένου: Πανουτσακοπούλου Ειρήνη
Μετάφραση: Στέλλα Μπαζάκου - Μαραγκουδάκη (1967)

Facebook Page


Τετάρτη 4 Μαΐου 2016

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΘΙΣΒΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΥΡΑΜΟΥ

                                                Πατέρας : Αίσωπος

Η Θίσβη καταδιώχθηκε από τον Πύραμο (ήρωας Μ.Ασίας) που ήταν ερωτευμένος μαζί της. Οι θεοί τη μεταμόρφωσαν σε πηγή, όπως και τον Πύραμο. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή του μύθου, όταν η Θίσβη έμεινε έγκυος, αυτοκτόνησε. Το ίδιο έκανε και ο Πύραμος. Έτσι, οι θεοί έκαναν την Θίσβη πηγή και τον Πύραμο ποταμό. Ο ποταμός βρισκόταν στην Κιλικία και η πηγή συναντούσε τον ποταμό και χυνόταν σε αυτόν. Η πιο γνωστή ιστορία για το ζευγάρι, βρίσκεται στο έργο του Οβιδίου ''Μεταμορφώσεις'' από το οποίο αργότερα εμπνεύστηκε ο Σαίξπηρ και έγραψε το έργο ''Όνειρο θερινής νυχτός''.  Σύμφωνα με την ιστορία αυτή, στη Βαβυλώνα, επι βασιλείας Σεμιράμιδος, η Θίσβη και ο Πύραμος επικοινωνούσαν μόνο ηχητικά από μια ρωγμή στον τοίχο τους, λόγω του μίσους που είχαν μεταξύ τους οι δύο οικογένειες. Οι δύο νέοι, αποφάσισαν να συναντηθούν ένα βράδυ κρυφά κοντά στον ''τάφο του Νίνου'' όπου υπήρχε πηγή. Ξαφνικά, εμφανίστηκε μια λέαινα για να πιει νερό επειδή είχε φάει και η Θίσβη κρύφτηκε, αλλά της έπεσε το πέπλο που φορούσε. Η λέαινα έπαιξε με το πέπλο και το γέμισε με κυλίδες αίματος(αίμα του θηράματος). Όταν ήρθε ο Πύραμος, είδε τις πατημασιές της λέαινας και το ματωμένο πέπλο και αυτοκτόνησε με το σπαθί του, επειδή θεώρησε την κορασίδα νεκρή και τον ίδιο υπαίτιο που πρότεινε να συναντηθούν σε ένα τόσο επικίνδυνο μέρος. Η Θίσβη όταν αντίκρισε το νεκρό Πύραμο αυτοκτόνησε με το ίδιο σπαθί. Oι στάχτες τους τοποθετήθηκαν στο ίδιο δοχείο.

                                 




                                   


                                                                                                                                                          

Σύνταξη/επιμέλεια κειμένου: Λάμπρος Τάτσης
facebook page



Τετάρτη 27 Απριλίου 2016

Η «ανοχή» του Σωκράτη

Πλάτωνας, Γοργίας (απόσπασμα)


τούτων δὲ οὕτως ἐχόντων σκεψώμεθα τί ποτ' ἐστὶν ἃ σὺ ἐμοὶ ὀνειδίζεις, ἆρα καλῶς λέγεται ἢ οὔ, ὡς ἄρα ἐγὼ οὐχ οἷός τ' εἰμὶ βοηθῆσαι οὔτε ἐμαυτῷ οὔτε τῶν φίλων οὐδενὶ οὐδὲ τῶν οἰκείων, οὐδ' ἐκσῶσαι ἐκ τῶν μεγίστων κινδύνων, εἰμὶ δὲ ἐπὶ τῷ βουλομένῳ ὥσπερ οἱ ἄτιμοι τοῦ ἐθέλοντος, [508d] ἄντε τύπτειν βούληται, τὸ νεανικὸν δὴ τοῦτο τὸ τοῦ σοῦ λόγου, ἐπὶ κόρρης, ἐάντε χρήματα ἀφαιρεῖσθαι, ἐάντε ἐκβάλλειν ἐκ τῆς πόλεως, ἐάντε, τὸ ἔσχατον, ἀποκτεῖναι: καὶ οὕτω διακεῖσθαι πάντων δὴ αἴσχιστόν ἐστιν, ὡς ὁ σὸς λόγος. ὁ δὲ δὴ ἐμὸς ὅστις * , πολλάκις μὲν ἤδη εἴρηται, οὐδὲν δὲ κωλύει καὶ ἔτι λέγεσθαι: οὔ φημι, ὦ Καλλίκλεις, τὸ τύπτεσθαι ἐπὶ κόρρης ἀδίκως αἴσχιστον εἶναι, οὐδέ γε τὸ τέμνεσθαι [508e] οὔτε τὸ σῶμα τὸ ἐμὸν οὔτε τὸ βαλλάντιον, ἀλλὰ τὸ τύπτειν καὶ ἐμὲ καὶ τὰ ἐμὰ ἀδίκως καὶ τέμνειν καὶ αἴσχιον καὶ κάκιον, καὶ κλέπτειν γε ἅμα καὶ ἀνδραποδίζεσθαι καὶ τοιχωρυχεῖν καὶ συλλήβδην ὁτιοῦν ἀδικεῖν καὶ ἐμὲ καὶ τὰ ἐμὰ τῷ ἀδικοῦντι καὶ κάκιον καὶ αἴσχιον εἶναι ἢ ἐμοὶ τῷ ἀδικουμένῳ.



Επειδή αυτά έτσι έχουν, ας εξετάσουμε τι τέλος πάντων κατηγορίες μου απευθύνεις, δηλαδή λέγεται σωστά ή όχι, ότι τάχα εγώ δεν είμαι ικανός να βοηθήσω ούτε τον εαυτό μου ούτε κανέναν από τους φίλους μου ούτε από τους συγγενείς μου, ούτε να τους σώσω από τους μεγαλύτερους κινδύνους, αλλά είμαι στη διάθεση όποιου θέλει, είτε θέλει να με χτυπάει στον κρόταφο, όπως λέει αυτή η καινούρια σου κουβέντα, είτε να μου αφαιρεί χρήματα, είτε να με διώχνει από την πόλη, είτε, το χειρότερο, να με σκοτώσει' και το να ζει κανείς έτσι είναι βέβαια το χειρότερο πράγμα από όλα, όπως λες εσύ' εγώ όμως λέω αυτό που πολλές φορές ήδη έχω πει και τίποτε δε με εμποδίζει να το πω και τώρα: αρνούμαι, Καλλικλή, ότι το να με χτυπούν στον κρόταφο άδικα είναι το χειρότερο πράγμα για μένα, όπως και το να με τραυματίζουν ή να με ληστεύουν, αλλά το να με χτυπούν εμένα και τους δικούς μου άδικα και να με τραυματίζουν, είναι χειρότερο και απαισιότερο, όπως και το να με κλέβουν βέβαια και να με υποδηλώνουν και να κάνουν διάρρηξη στο σπίτι μου και γενικά να διαπράττουν οποιαδήποτε αδικία εις βάρος μου και των δικών μου (αυτά) είναι χειρότερα και απαισιότερα για αυτόν που τα διαπράττει παρά για μένα που αδικούμαι.



*Αυτό που οι άλλοι θεωρούν ντροπιαστικό, για τον Σωκράτη είναι λιγότερο αισχρό από το άλλο. Δηλαδή, το να αδικείς είναι πολύ χειρότερο από το να αδικείσαι.



Πανουτσακοπούλου Ειρήνη
Facebook Page



Παρασκευή 22 Απριλίου 2016

Κορνήλιος Νέπως - Μιλτιάδης

Cornelius Nepos 
Miltiades
(1.1-1.6)
Miltiades, Cimonis filius, Atheniensis, cum et antiquitate generis et gloria maiorum et sua modestia unus omnium maxime floreret eaque esset aetate, ut non iam solum de eo bene sperare, sed etiam confidere cives possent sui talem eum futurum, qualem cognitum iudicarunt, accidit, ut Athenienses Chersonesum colonos vellent mittere. 2 Cuius generis cum magnus numerus esset et multi eius demigrationis peterent societatem, ex his delecti Delphos deliberatum missi sunt, [qui consulerent Apollinem,] quo potissimum duce uterentur. Namque tum Thraeces eas regiones tenebant, cum quibus armis erat dimicandum. 3 His consulentibus nominatim Pythia praecepit, ut Miltiadem imperatorem sibi sumerent: id si fecissent, incepta prospera futura. 4 Hoc oraculi responso Miltiades cum delecta manu classe Chersonesum profectus cum accessisset Lemnum et incolas eius insulae sub potestatem redigere vellet Atheniensium, 5 idque Lemnii sua sponte facerent, postulasset, illi irridentes responderunt tum id se facturos, cum ille domo navibus proficiscens vento aquilone venisset Lemnum. Hic enim ventus ab septentrionibus oriens adversum tenet Athenis proficiscentibus. 6 Miltiades morandi tempus non habens cursum direxit, e quo tendebat, pervenitque Chersonesum.

Ο Μιλτιάδης, ο γιος του Κίμωνα, ο Αθηναίος, όταν χάρη στην παλιά του γενιά και χάρη στη δόξα των προγόνων του και στη δική του σύνεση, πάνω από όλους είχε την καλύτερη φήμη και βρισκόταν σε αυτή την ηλικία, ώστε να τον εμπιστεύονται ότι θα γίνει τέτοιος που τον έκριναν αφού τον δοκίμασαν, συνέβη ώστε οι Αθηναίοι να θέλουν να στείλουν αποίκους προς τη Χερσόνησο. 2. Επειδή ήταν μεγάλος ο αριθμός τους και πολλοί ζητούσαν να συμμετάσχουν σε αυτή την αποικία, από αυτούς που ήταν επιλεγμένοι και στάλθηκαν για ερώτηση προς το Μαντείο των Δελφών [για να συμβουλευτούν τον Απόλλωνα], ποιον αρχηγό να έχουν. Γιατί οι Θράκες τότε κατείχαν αυτές τις περιοχές, εναντίον των οποίων έπρεπε να αγωνιστούν με όπλα. 3. Σε αυτούς που ζητούσαν χρησμό ονομαστικά η Πυθία χρησμοδότησε να εκλέξουν για αυτούς τον Μιλτιάδη ως στρατηγό: (έλεγε) ότι οι επιχειρήσεις επρόκειτο να είναι επιτυχείς, αν το έκαναν. 4. Αφού δόθηκε αυτός ο χρησμός από το Μαντείο, ο Μιλτιάδης με εκλεκτή ναυτική δύναμη αφού πορεύθηκε προς τη Χερσόνησο, όταν προσέγγισε τη Λήμνο και τους κατοίκους αυτού του νησιού κάτω από την εξουσία των Αθηναίων, 5. θέλησε να επαναφέρει και ζήτησε να το πραγματοποιήσουν με δική τους θέληση οι Λήμνιοι, εκείνοι κοροϊδεύοντας απάντησαν τότε, ότι αυτό πρόκειται να το κάνουν, όταν εκείνος από την πατρίδα, πορευόμενος με την συνοδεία πλοίων με βόρειο άνεμο θα έφθανε στη Λήμνο. Γιατί αυτός ο άνεμος, πνέοντας από το βορρά, (είναι) αντίθετος σε όσους πορεύονται από την Αθήνα. 6. Ο Μιλτιάδης χωρίς να έχει χρόνο για καθυστέρηση κατηύθυνε την πορεία (των πλοίων), όπου πορευόταν (στον προορισμό της), και έφθασε στη Χερσόνησο.


Το απόσπασμα εξιστορεί την εκστρατεία του Μιλτιάδη στη Χερσόνησο της Θράκης, η οποία συνέβη κατά την αρχή της οικοδόμησης της αθηναϊκής ηγεμονίας. Ο Μιλτιάδης συναντήθηκε και με τους Λημνίους, οι οποίοι τον αντιμετώπισαν ειρωνικά και για αυτό ο στρατηγός κατευθύνθηκε άμεσα στη Χερσόνησο, τον αντικειμενικό στόχο της εκστρατείας του.



Επιμέλεια/Μετάφραση κειμένου: Πανουτσακοπούλου Ειρήνη
Facebook Page




Κυριακή 10 Απριλίου 2016

Εγκέλαδος - Ο αρχηγός των Γιγάντων



      Γιος του Ταρτάρου και της Γης, ο Εγκέλαδος (έγκειμαι + λας = ο εγκατεστημένος στα πετρώματα) ήταν ο αρχηγός των Γιγάντων κατά τη διάρκεια της Γιγαντομαχίας.

   Ο Εγκέλαδος, όπως και οι υπόλοιποι Γίγαντες γεννήθηκαν από το αίμα του Ουρανού, που έσταξε πάνω στη Γη, όταν ο πρώτος ακρωτηριάστηκε από το γιο του Κρόνο. 
   Η γέννηση τους, η εξωτερική τους εμφάνιση καθώς και η Γιγαντομαχία, η σύγκρουση δηλαδή των Γιγάντων με τους Θεούς, μας παραδίδεται από τον Απολλόδωρο στο έργο του «Περί Θεῶν»:

[…] η Γη, αγανακτισμένη για την τύχη των Τιτάνων [ο Δίας τους είχε ρίξει στον Τάρταρο], γέννησε από τον Ουρανό τους Γίγαντες, τεράστιους και ανίκητους, φοβερούς στην όψη, με πυκνά, πλούσια και μακριά μαλλιά και γένια και με λέπια φιδιού στα πόδια. Μερικοί λένε ότι γεννήθηκαν στις Φλέγρες, άλλοι πάλι στην Παλλήνη. Αυτοί εξακόντιζαν στον ουρανό πέτρες και φλεγόμενες δρυς. Απ’ όλους τους διέφερε ο Πορφυρίωνας και ο Αλκυονέας, που παρέμενε αθάνατος, όσο πολεμούσε στη γη που γεννήθηκε. Αυτός έδιωξε και τις αγελάδες του Ήλιου από την Ερύθεια. Στους θεούς δόθηκε σαφής χρησμός ότι κανένας τους δεν θα μπορούσε να σκοτώσει τους Γίγαντες, και ότι θα μπορούσαν να τους εξοντώσουν αν κάποιος θνητός συμμαχούσε μαζί τους. Όταν το πληροφορήθηκε η Γη, αναζήτησε ένα βοτάνι, για να μη σταθεί δυνατό να εξολοθρευτούν από κανένα θνητό. Αλλά ο Δίας απαγόρευσε στην Ηώ, στη Σελήνη και στον Ήλιο να φέγγουν και πρόλαβε αυτός και έκοψε το βοτάνι· με τη μεσολάβηση μάλιστα της Αθηνάς εξασφάλισε για σύμμαχο τον Ηρακλή. Και εκείνος σημάδεψε με το τόξο του πρώτα τον Αλκυονέα· αλλά πέφτοντας αυτός στη γη, ξανάβρισκε τις δυνάμεις του· με τη συμβουλή όμως της Αθηνάς ο Ηρακλής τον τράβηξε έξω από την Παλλήνη. Και εκείνος λοιπόν με αυτόν τον τρόπο πέθανε. Ο Πορφυρίωνας πάλι, την ώρα της μάχης με τον Ηρακλή, όρμησε και στην Ήρα. Γιατί ο Δίας του ξύπνησε πόθο ερωτικό για τη θεά, η οποία, καθώς αυτός τις ξέσκιζε τα πέπλα θέλοντας να τη βιάσει, έβαλε τις φωνές καλώντας σε βοήθεια· και καθώς ο Δίας τον κατακεραύνωσε, ο Ηρακλής τον σκότωσε με το τόξο του. Όσο για τους υπόλοιπους, ο Απόλλωνας χτύπησε με τα βέλη του το αριστερό μάτι του Εφιάλτη και ο Ηρακλής το δεξιό· τον Εύρυτο τον σκότωσε ο Διόνυσος με τον θύρσο, τον  Κλυτίο η Εκάτη με δαυλούς, τον Μίμαντα ο Ήφαιστος που τον χτύπησε με πυρακτωμένο σίδερο. Η Αθηνά με τη σειρά της, καθώς ο Εγκέλαδος το έσκαγε, έριξε επάνω του το νησί της Σικελίας, ύστερα έγδαρε τον Πάλλαντα και με το δέρμα του προστάτευε το σώμα της την ώρα της μάχης. Ο Πολυβώτης, κυνηγημένος μεσοπέλαγα από τον Ποσειδώνα, φθάνει στην Κω· και ο Ποσειδώνας έκοψε ένα κομμάτι του νησιού, που ονομαζόταν Νίσυρος, και το έριξε επάνω του. Ο Ερμής, φορώντας στην μάχη τη δερμάτινη περικεφαλαία του Άδη, σκότωσε τον Ιππόλυτο, η Άρτεμη τον +Γρατίωνα+, οι Μοίρες πολεμώντας με χάλκινα ρόπαλα, σκότωσαν τον Άγριο και τον Θόωνα, τους υπόλοιπους τους χτύπησε ο Δίας με κεραυνούς και τους εξόντωσε· και σε όλους εξαπέλυε τα βέλη του ο Ηρακλής και τους αποτελείωνε. 

(Απολλόδωρος 1.7.1.)


   Κύριος αντίπαλος του Γίγαντα Εγκέλαδου ήταν η θεά Αθηνά. Μόλις ο Εγκέλαδος είδε τη φρικτή δολοφονία του γίγαντα Πάλλαντα από τη θεά, προσπάθησε να διαφύγει. Τότε, εκείνη «άρπαξε» την Σικελία (ή το βουνό Αίτνα) και την πέταξε πάνω στον Εγκέλαδο καταπλακώνοντας και σκοτώνοντάς τον. 
Από τότε οι αρχαίοι Έλληνες εξηγούσαν τις εκρήξεις της Αίτνας και τους σεισμούς, ως βογκητά πόνου του Εγκέλαδου. 

  Ο Παυσανίας μας παραδίδει διαφορετικά το θάνατο του Εγκέλαδου, με την Αθηνά να ρίχνει το άρμα με τα τέσσερα άλογα πάνω στον γίγαντα. Αυτή η εκδοχή της ιστορίας είχε ιδιαίτερη απήχηση στους καλλιτέχνες, οι οποίοι απεικόνισαν την σκηνή σε αγγεία και σε ναούς. 



Η θεά Αθηνά και ο Γίγαντας (πιθανώς ο Εγκέλαδος) 
Μελανόμορφος αμφορέας, 550-500 π.Χ.



Επιμέλεια/Σύνταξη κειμένου: Πανουτσακοπούλου Ειρήνη
Facebook Page