Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2016

Νάρκισσος




     Ο Νάρκισσος, γιος της Νύμφης Λειριώπης και του ποταμού Κηφισού, ήταν ένας από τους ομορφότερους νέους της Βοιωτίας.

      Η πιο σημαντική παράδοση του μύθου του θεωρείται αυτή του Οβίδιου, στο έργο του «Μεταμορφώσεις» (III 342).
      Ο μάντης Τειρεσίας, στην ερώτηση της μητέρας του: «Θα ζήσει πολλά χρόνια ο Νάρκισσος;», απαντά με τη φράση: «Αν δεν γνωρίσει τον εαυτό του». Ο νέος, όμως, όταν έφτασε 15 χρονών, μετά από ένα κυνήγι έφτασε σε έναν ποταμό. Ενόσω ήταν απασχολημένος με το να θαυμάζει τον εαυτό του στα νερά, δεν ανταποκρίθηκε στον έρωτα της Νύμφης Ηχούς. Η Ηχώ, όπως πολλές νέες και νέοι, είχε ερωτευτεί τον Νάρκισσο, και τον καλούσε να έρθει σε εκείνη. ( Η Ήρα της είχε στερήσει τη φωνή, και της επέτρεπε μόνο να επαναλαμβάνει τις τελευταίες λέξεις των συνομιλητών της). Ο Νάρκισσος, όμως, καιγόμενος από το πάθος για τον ίδιο του τον εαυτό, πεθαίνει αυτο-θαυμαζόμενος, και η Ηχώ πεθαίνει, ενώ σβήνουν και οι τελευταίες λέξεις της. Η ιστορία κλείνει με την μεταμόρφωση του Νάρκισσου στο ομώνυμο λουλούδι.




Σύνταξη/επιμέλεια κειμένου: Πανουτσακοπούλου Ειρήνη

Facebook Page



Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2016

ΑΛΚΥΟΝΗ

                                                  Πατέρας: Αίολος
                                                  Μητέρα: Ενάρετη
                                                  Σύζυγος: Κήυκας

Η Αλκυόνη ζούσε ευτυχισμένη με τον άντρα της Κήυκα και η ευτυχία τους ήταν τέτοια, σε σημείο να πιστεύουν ότι δεν ήταν απλοί άνθρωποι, αλλά ισόθεοι (αποκαλούσαν τους ευατούς τους Δία και Ήρα). Ο Δίας οργίστηκε και τους μεταμόρφωσε σε πουλιά. Σύμφωνα με μεταγενέστερους συγγραφείς, ο Κήυκας πέθανε σε ναυάγιο, ύστερα από κεραυνό που έριξε ο Δίας όταν πήγε για ψάρεμα και παρά τις προτροπές της γυναίκας του να μην πάει λόγω κακού προαισθήματος. Η Αλκυόνη στο άκουσμα της είδησης του χαμού του άντρα της, έκλαιγε και θρηνούσε απαρηγόρητα και η απελπισία της ήταν τέτοια που έπεσε απο έναν βράχο και σκοτώθηκε. Ο Δίας, λυπήθηκε την Αλκυόνη και τη μεταμόρφωσε σε πουλί, που ζει κοντά στη θάλασσα σαν να περιμένει να βγει από το νερό ο άντρας της. Η Αλκυόνη κλωσούσε τα αυγά της το χειμώνα και μέσα στα βράχια, οπότε για να είναι πιο εύκολο το έργο της επώασης, ο Δίας διέταξε τον Αίολο για κάποιες μέρες μέσα στο Γενάρη να κοπάζει τους ανέμους και να επικρατεί ηλιοφάνεια. Οι ζεστές αυτές μέρες του Ιανουαρίου, ονομάστηκαν Αλκυονίδες μέρες.


                                                

Σύνταξη/Επιμέλεια κειμένου: Λάμπρος Τάτσης
Facebook page




Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

Οι εννέα Μούσες





«Η Μνημοσύνη κοιμήθηκε  με το γιο του Κρόνου στην Πιερία και γέννησε αυτές τις παρθένες που μας κάνουν να ξεχνάμε τα βάσανά μας και απαλύνουν τους πόνους μας. Εννιά νύχτες συνέχεια ο συνετός Δίας ανεβαίνοντας στο ιερό κρεβάτι του, κοιμότανε δίπλα στη Μνημοσύνη, απ’ όλους τους αθανάτους μακριά. Ύστερα από ένα χρόνο, όταν οι εποχές και οι μήνες είχαν συμπληρώσει τον κύκλο τους κι όταν πέρασαν πολλές μέρες η Μνημοσύνη γέννησε εννιά κόρες…, που όλες τις μάγευε η μουσική…»

-Ησίοδος, Θεογονία



Η γέννηση των εννέα Μουσών, κατά τον Ησίοδο και πολλούς αρχαίους συγγραφείς, προέκυψε από την ένωση του Διός και της Μνημοσύνης, μιας εκ των Τιτάνων.


Προστάτης όλων των Μουσών ήταν ο Απόλλωνας και αποτελούσαν προσωποποίηση της γνώσης και των τεχνών.


Η μεγαλύτερη κόρη, κατά τον Ησίοδο, η Καλλιόπη προστάτευε την επική ποίηση και τη Ρητορική. Ο Όμηρος την επικαλείται στην αρχή των Ομηρικών Επών, για αυτό το λόγο συχνά, η Καλλιόπη απεικονίζεται με χρυσό στεφάνι, πινάκιο ή κύλινδρο και γραφίδα στα χέρια και τα ομηρικά έπη στα γόνατά της.


Η Κλειώ, προστάτιδα της Ιστορίας, απεικονίζεται με περγαμηνές και δάφνινο στεφάνι στο κεφάλι της. Κρατά ένα ρολό περγαμηνών ή μια ομάδα από πλακίδια και είναι στεμμένη με δάφνινο στεφάνι.


Η Ευτέρπη, προστάτιδα της Μουσικής και μετέπειτα της λυρικής ποίησης, απεικονίζεται με έναν αυλό. Κατά τον Πίνδαρο, γιος της ήταν ο Ρήσος, ο βασιλιάς της Θράκης. (Ο οποίος σκοτώθηκε στην Τροία, σύμφωνα με τη ραψωδία Μ της Ιλιάδας).


              «[...]Ῥῆσός θ᾽ Ἑπτάπορός τε Κάρησός τε Ῥοδίος τε  Γρήνικός τε καὶ Αἴσηπος δῖός τε Σκάμανδρος καὶ Σιμόεις, ὅθι πολλὰ βοάγρια καὶ τρυφάλειαι κάππεσον ἐν κονίῃσι καὶ ἡμιθέων γένος ἀνδρῶν· τῶν πάντων ὁμόσε στόματ᾽ ἔτραπε Φοῖβος Ἀπόλλων. 

Το Ρήσο, το Ροδίο, τον Κάρησο, το Γρανικό, κι ακόμα  τον Αίσηπο και τον Εφτάπορο, το Σκάμαντρο το θείο και το Σιμόη, που πλήθος δίπλα τους και κράνη και σκουτάρια στον κουρνιαχτό κύλησαν κι άμετρες ψυχές ηρώων αντρίκειες. Όλων αυτών τα στόματα έσμιξε ο Απόλλωνας ο Φοίβος[...]»



Η Θάλεια, προστάτιδα  της βουκολικής ποίησης και αργότερα της κωμωδίας, απεικονίζεται με στεφάνι κισσού, με μάσκα θεάτρου στο δεξί χέρι και στο αριστερό μια ράβδο.


Η Ερατώ ήταν η μούσα της λυρικής ποίησης και των ύμνων, καθώς και προστάτιδα του γάμου. Συχνά απεικονίζεται με λύρα, κιθάρα ή ακόμη και χρυσό βέλος. 

Το τρίτο κεφάλαιο του έργου «Αργοναυτικά», του Απολλώνιου του Ρόδιου, ξεκινά με την εξής αναφορά στην Ερατώ:
«[...]Και τώρα Μούσα Ερατώ, έλα κοντά μας και πες μας πώς ο Ιάσονας έφερε το χρυσόμαλλο Δέρας, από τον ερωτά του στη Μήδεια, γιατί έχεις τις χάρες της Κύπριδας Αφροδίτης, και φέρνεις τη μαγεία στα ανύπαντρα κορίτσια [...]»


Η Μελπομένη, ήταν προστάτιδα της τραγωδίας και «βοηθός» του Διονύσου. Στα αγγεία απεικονίζεται μαζί με το Διόνυσο, φορώντας στέμμα από κυπαρίσσι, κρατώντας μια τραγική μάσκα και έχοντας στα πόδια της κοθόρνους. 
Στην αρχαία ελληνική και Ρωμαϊκή ποίηση, συνήθιζαν να επικαλούνται την Μούσα Μελπομένη, προκειμένου να εμπνευστούν μελωδικούς στίχους και φράσεις. Χαρακτηριστικό το απόσπασμα από τις Ωδές του Οράτιου, όπου ευχαριστεί την Μούσα για την αξία του έργου του.


Sume superbiam quaesitam meritis et mihi Delphica lauro cinge volens, Melpomene, comam.
«Δέξου την υπερήφανη τιμή που απέκτησες άξια και με τη δελφική δάφνη την κόμη μου, Μελπομένη, εκούσια να στεφανώσεις.»

Η Πολύμνια, ήταν η μούσα της ιερής ποίησης, της μιμικής (κατά τους τελευταίους αιώνες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίαςκαι του διαλογισμού. Στις απεικονίσεις παρουσιάζεται στοχαστική, με μακρύ μανδύα και πέπλο. Κατά το Διόδωρο Σικελιώτη, η Πολύμνια προσφέρει τη φήμη στους συγγραφείς, που με τα έργα τους κέρδισαν την υστεροφημία.

Η Ουρανία, εφευρέτης και προστάτιδα της αστρονομίας και της αστρολογίας. Συνήθως απεικονίζεται φορώντας αστεροειδή στέφανο και κρατώντας τα σύμβολά της, μια παγκόσμια σφαίρα και έναν διαβήτη.


Η Τερψιχόρη είναι η μούσα του χορού και των δραματικών χορικών. Απεικονίζεται καθισμένη, με στεφάνι δάφνης στο κεφάλι και κρατώντας μια λύρα, ενώ θεωρείται και μητέρα των Σειρήνων.


Ο Παυσανίας, θεωρεί ότι τρεις Μούσες, η Μνήμη, η Μελέτη και η Αοιδή (Ελικωνιάδες Μούσες), προϋπήρχαν των εννέα Μουσών και γεννήθηκαν από τον Ουρανό και τη Γαία. 

Αναμφίβολα, οι Μούσες διέσωζαν τις ηθικές αξίες και αρχές καθώς και τα διδάγματα της εποχής τους, λειτουργώντας ως σύνολο, το οποίο, σταδιακά, στα τέλη της ρωμαϊκής εποχής διασπάστηκε σε επιμέρους περιοχές. 
Ο όρος μούσα χρησιμοποιείται, πλέον, για να δείξει ότι κάποιος (συνήθως γυναίκα) εμπνέει ένα καλλιτέχνη, ένα δημιουργό.


Σύνταξη Κειμένου: Πανουτσακοπούλου Ειρήνη


Facebook Page




Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2015

Μάρκος Τύλλιος Κικέρων - Κατά του Κατιλίνα


Marcus Tullius Cicero
           
                                                         In Catilinam
                                                               (1.2)

O tempora, o mores! Senatus haec intellegit. consul videt; hic tamen vivit. Vivit? immo vero etiam in senatum venit, fit publici consilii particeps, notat et designat oculis ad caedem unum quemque nostrum. Nos autem fortes viri satis facere rei publicae videmur, si istius furorem ac tela vitemus. Ad mortem te, Catilina, duci iussu consulis iam pridem oportebat, in te conferri pestem, quam tu in nos omnes iam diu machinaris.


Ω καιροί, ω ήθη! Η σύγκλητος αυτά τα αντιλαμβάνεται, ο ύπατος τα βλέπει ' αυτός, όμως, ζει. Ζει; Ακόμη και στην σύγκλητο έρχεται, λαμβάνει μέρος στη δημόσια συνέλευση, σημειώνει και επισημαίνει με τα μάτια για σφαγή κάθε έναν από εμάς. Εμείς όμως, άντρες γενναίοι, την πολιτεία ότι ικανοποιούμε δείχνουμε, με το να αποφεύγουμε τη μανία του και τα βέλη του. Στο θάνατο εσύ, Κατιλίνα, με εντολή του υπάτου έπρεπε προ πολλού να οδηγηθείς, να έχει πέσει πάνω σου η συμφορά, που εσύ  εναντίον όλων μας από καιρό μηχανεύεσαι.



tempus, -oris (ουδ.) = καιρός, χρόνος
mos, moris (αρσ.) = συνήθεια, έθιμο/ mores = ήθη
intellego/intelligo, intellexi, intellectum, intellegere = κρίνω, διαπιστώνω
publicus, -a, -um = δημόσιος, α, ο 
furor, -oris (αρσ) = μανία
pestis, -is (θηλ) = συμφορά, φθορά, όλεθρος





* «O tempora o mores»: Χαρακτηριστική φράση του Κικέρωνα, εναντίον του Κατιλίνα




Σύνταξη-Μετάφραση: Πανουτσακοπούλου Ειρήνη

Facebook Page


Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2015

Ο Σωκράτης ως θαλάσσια νάρκη;





   Στον πλατωνικό διάλογο «Μένων» κεντρικό θέμα αποτελεί η αρετή και η ουσία αυτής. Ο διάλογος συγκαταλέγεται στους «πειραστικούς διαλόγους», σε αυτούς, δηλαδή, όπου υπάρχει δοκιμαστική εξέταση των παραδειγμάτων.

   Ο ένας εκ των δύο κεντρικών ομιλητών, Μένων, ζητά να μάθει από τον Σωκράτη αν η αρετή αποκτάται με διδαχή και εξάσκηση ή με κάποιον άλλο τρόπο. Ο Σωκράτης γρήγορα, μετατοπίσει το θέμα, επιμένοντας πως θα πρέπει να μελετηθούν πρώτα τα είδη της αρετής και τα χαρακτηριστικά της κάθεμιάς.

   Στην εξέλιξη του διαλόγου, ο Μένων αδυνατώντας να απαντήσει ικανοποιητικώς στις ερωτήσεις του Σωκράτη, σχετικά με την ουσία της αρετής, αγανακτά και κατηγορεί τον Σωκράτη για την απορίαν (αμηχανία), στην οποία θέτει τους συνομιλητές του, και κατά συνέπεια τον ίδιο το Μένωνα. Τον παρομοιάζει, μάλιστα, με τη θαλάσσια νάρκη, κοινώς μουδιάστρα, η οποία προκαλεί μούδιασμα σε όποιον την αγγίξει («ὁμοιότατος εἶναι τό τε εἶδος καὶ τἆλλα ταύτῃ τῇ πλατείᾳ νάρκῃ τῇ θαλαττίᾳ»), θέλοντας να τονίσει την επιρροή που ασκεί ο φιλόσοφος πάνω στους συνομιλητές του.


Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα:

Μένων: ὦ Σώκρατες, ἤκουον μὲν ἔγωγε πρὶν καὶ συγγενέσθαι σοι ὅτι σὺ οὐδὲν ἄλλο ἢ αὐτός τε ἀπορεῖς καὶ τοὺς ἄλλους ποιεῖς ἀπορεῖν: καὶ νῦν, ὥς γέ μοι δοκεῖς, γοητεύεις με καὶ φαρμάττεις καὶ ἀτεχνῶς κατεπᾴδεις, ὥστε μεστὸν ἀπορίας γεγονέναι. καὶ δοκεῖς μοι παντελῶς, εἰ δεῖ τι καὶ σκῶψαι, ὁμοιότατος εἶναι τό τε εἶδος καὶ τἆλλα ταύτῃ τῇ πλατείᾳ νάρκῃ τῇ θαλαττίᾳ: καὶ γὰρ αὕτη τὸν ἀεὶ πλησιάζοντα καὶ ἁπτόμενον ναρκᾶν ποιεῖ, καὶ σὺ δοκεῖς μοι νῦν ἐμὲ τοιοῦτόν τι πεποιηκέναι, {{χ|ναρκᾶν]: ἀληθῶς γὰρ ἔγωγε καὶ τὴν ψυχὴν καὶ τὸ στόμα ναρκῶ, καὶ οὐκ ἔχω ὅτι ἀποκρίνωμαί σοι. καίτοι μυριάκις γε περὶ ἀρετῆς παμπόλλους λόγους εἴρηκα καὶ πρὸς πολλούς, καὶ πάνυ εὖ, ὥς γε ἐμαυτῷ ἐδόκουν: νῦν δὲ οὐδ᾽ ὅτι ἐστὶν τὸ παράπαν ἔχω εἰπεῖν. καί μοι δοκεῖς εὖ βουλεύεσθαι οὐκ ἐκπλέων ἐνθένδε οὐδ᾽ ἀποδημῶν: εἰ γὰρ ξένος ἐν ἄλλῃ πόλει τοιαῦτα ποιοῖς, τάχ᾽ ἂν ὡς γόης ἀπαχθείης.

Σωκράτης: πανοῦργος εἶ, ὦ Μένων, καὶ ὀλίγου ἐξηπάτησάς με.

Μένων: τί μάλιστα, ὦ Σώκρατες; 

Σωκράτης: γιγνώσκω οὗ ἕνεκά με ᾔκασας.

Μένων: τίνος δὴ οἴει;

Σωκράτης: ἵνα σε ἀντεικάσω. ἐγὼ δὲ τοῦτο οἶδα περὶ πάντων τῶν καλῶν, ὅτι χαίρουσιν εἰκαζόμενοι λυσιτελεῖ γὰρ αὐτοῖς: καλαὶ γὰρ οἶμαι τῶν καλῶν καὶ αἱ εἰκόνες ἀλλ᾽ οὐκ ἀντεικάσομαί σε. ἐγὼ δέ, εἰ μὲν ἡ νάρκη αὐτὴ ναρκῶσα οὕτω καὶ τοὺς ἄλλους ποιεῖ ναρκᾶν, ἔοικα αὐτῇ: εἰ δὲ μή, οὔ. οὐ γὰρ εὐπορῶν αὐτὸς τοὺς ἄλλους ποιῶ ἀπορεῖν, ἀλλὰ παντὸς μᾶλλον αὐτὸς ἀπορῶν οὕτως καὶ τοὺς ἄλλους ποιῶ ἀπορεῖν. καὶ νῦν περὶ ἀρετῆς ὃ ἔστιν ἐγὼ μὲν οὐκ οἶδα, σὺ μέντοι ἴσως πρότερον μὲν ᾔδησθα πρὶν ἐμοῦ ἅψασθαι, νῦν μέντοι ὅμοιος εἶ οὐκ εἰδότι. ὅμως δὲ ἐθέλω μετὰ σοῦ σκέψασθαι καὶ συζητῆσαι ὅτι ποτέ ἐστιν.


(Μετάφραση)

Μένων: Ω Σωκράτη, και πρωτήτερα έχω ακούσει, πριν διαλεχθώ μαζί σου, ότι συ δεν γνωρίζεις τίποτε άλλο, παρά και συ ο ίδιος αμφιβάλλεις και τους άλλους να κάνης ν' αμφιβάλλουν τόρα δε, καθώς μου φαίνεσαι, με μαγεύεις (γοητεύεις) και με φαρμακώνεις και τελείως με καταθέλγεις, ώστε να γεμίσω από αμφιβολίας· και αν επιτρέπεται να κοροϊδέψη κανείς, μου φαίνεται ότι εντελώς ομοιάζεις κατά την μορφήν και καθ' όλα τάλλα με πλατείαν θαλασσίαν νάρκην (μουδιάστρα), η οποία ναρκώνει διαρκώς τον πλησιάζοντα και εκείνον που θα την εγγίση· έτσι, μου φαίνεται, και συ μ' έχεις κάνει· διότι πράγματι και εις την ψυχήν (πνεύμα) και εις την γλώσσαν είμαι ναρκωμένος και δεν γνωρίζω τι ν' αποκριθώ, καίτοι πολλάκις εγώ περί της αρετής έχω ομιλήσει και ενώπιον πολλών και πολύ καλά, όπως μου εφαίνετο· τόρα δε δεν ειμπορώ καθόλου ούτε τι είναι να ειπώ. Καλώς δε σκέπτεσαι, Σωκράτη, σε βεβαιώ, να μην αναχωρής ούτε να ταξειδεύης απ' εδώ· διότι, αν τα έκανες αυτά ξένος εις άλλην τινά πόλιν, πολύ γρήγορα θα σ' εφυλάκιζαν ως γόην.

Σωκράτης: Είσαι πονηρός, Μένων, και ολίγον έλειψε να μ' απατήσης (τσακώσης).

Μένων: Εις τι λοιπόν, Σωκράτη;

Σωκράτης: Εννοώ ένεκα τίνος λόγου με παρέβαλες.

Μένων: Διά ποίον λόγον νομίζεις;

Σωκράτης: Διά να σ' αντιπαραβάλω και εγώ. Εγώ όμως τούτο γνωρίζω περί των καλών, ότι χαίρουν (αγαπούν) να παραβάλλωνται· τούτο τους ωφελεί, διότι αι εικόνες των καλών είναι, νομίζω, καλαί αλλ' εγώ δεν θα σ’ αντισυγκρίνω· ως προς εμέ δε, εάν η νάρκη ναρκωνομένη αυτή η ίδια και τους άλλους ναρκώνη, τότε της ομοιάζω· εάν όχι, δεν της ομοιάζω. Επειδή, εάν καθιστώ τους άλλους γεμάτους απορίας, δεν έπεται ότι εγώ γνωρίζω περισσότερά των· αλλά περισσότερον παντός άλλου αμφιβάλλω εγώ, και δι' αυτό κάνω και τους άλλους ν' αμφιβάλλουν· όπως και τόρα περί της αρετής δεν γνωρίζω απολύτως τι είναι αρετή· όσον διά σε πιθανόν προτήτερα, πριν με πλησιάσης, να ήξευρες, τόρα όμως φαίνεσαι ωσάν να μη γνωρίζης. Και όμως εγώ θέλω να εξετάσω και να σκεφθώ συζητών μαζί σου τι πιθανόν να είναι αυτή.



   Σε διάφορους διαλόγους, μπορούμε να δούμε τον Σωκράτη να παρομοιάζεται με κάτι, όχι μόνο ως προς το χαρακτήρα του, αλλά και την εξωτερική του εμφάνιση, που ως γνωστόν δεν ήταν ελκυστική, λόγω των πεταχτών ματιών του και της πιεσμένης μύτης του. («οὐκ ἔστι καλός, προσέοικε δὲ σοὶ τήν τε σιμότητα καὶ τὸ ἔξω τῶν ὀμμάτων», Θεαίτητος, 143e).

     Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ο φιλόσοφος αποδέχεται την παρομοίωση με τον όρο, ότι συγχρόνως και η ίδια η νάρκη μουδιάζει, δηλαδή και ο ίδιος ναρκώνεται. Επιθυμεί, έτσι, να καταστήσει σαφές στον Μένωνα και στον εκάστοτε συνομιλητή, ότι και ο ίδιος βρίσκεται σε παρόμοια θέση και δεν έχει ανακαλύψει εκ των προτέρων την απάντηση στο ερώτημα που ερευνάται. Συμμετέχει στη διαλεκτική πορεία και φτάνει στο τελικό συμπέρασμα μαζί με τους υπόλοιπους συνδιαλεγόμενους.



________________________________
*Εικόνα: Συμπόσιο πριν από το διάλογο του Μένωνα, όπου ο Σωκράτης τον επικρίνει για τις αρνητικές απόψεις του έναντι των σοφιστών, χωρίς προηγουμένως να τους έχει ακούσει (Μένων 95a).


Αρχαίο κείμενο και μετάφραση: John Burnet, Platonis Opera: Plato, Oxford University Press, 1903


Σύνταξη κειμένου: Πανουτσακοπούλου Ειρήνη




Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2015

ΑΡΧΑΙΟΠΑΙΓΝΙΑ


      Πολλά ήταν τα παιχνίδια που μαρτυρείται ότι έπαιζαν οι αρχαίοι Έλληνες. Σκοπός του άρθρου είναι η παρουσίαση μερικών από αυτά .

 1) ΟΣΤΟΜΑΧΙΟΝ ( ὀστοῦν + μάχη )


Παιχνίδι διαδεδομένο στην αρχαία Ελλάδα. Αποτελόυνταν απο 14 γεωμετρικά σχήματα, που στο σύνολο τους σχημάτιζαν ένα τετράγωνο, με τα οποία 2 ή περισσοτέροι παίχτες έπρεπε να φτιάξουν γεωμετρικές φιγούρες. Το παιχνίδι αυτό μοιάζει με το σημερινό τανγκράμ. Σύμφωνα με τους αρχαίους συγγραφείς, οι φιγούρες που σχηματίζονταν ήταν οι εξής: μια περικεφαλαία, μια χήνα, ένας πύργος, μια κολόνα, ένας ελέφαντας, ένα αγριογούρουνο, ένα σκυλί, ένας κυνηγός και ένας πολεμιστής. Το παιχνίδι προέκυψε ίσως από ένα μαθηματικό πρόβλημα του Αρχιμήδη ή το αντίθετο.


2) ΓΙΟ-ΓΙΟ: Απαρτιζόταν απο δύο δίσκους που συνδέονταν μεταξύ τους με κυλινδρικό στέλεχος, γύρω απο το οποία τύλιγόταν το νήμα. Ο τρόπος λειτουργίας του παιχνιδιού αυτού είναι γνωστός, και επιτυχγανέται, όπως και τότε, με το να το αφήνουμε να πέσει και ετσι η κλωστή ξετυλίγεται ,ενώ με μια κίνηση του χεριού ξαναμαζεύεται, πάλι, γύρω από τον άξονα. Παρακάτω δίνονται κάποιες απεικονίσεις του παιχνιδιού :







3) ΧΑΛΚΗ ΜΥΙΑ : Η γνωστή σε μας τυφλόμυγα. Αγαπημένο παιχνίδι των αρχαίων Ελλήνων κατα τη διάρκεια του οποίου έδεναν τα μάτια ενός παιδιού με μαντήλι και το ίδιο έλεγε οτι θα κυνηγήσει τη χαλκή μυία. Τα άλλα παιδιά απαντούσαν ότι παρότι θα την κυνηγήσει δεν θα την πιάσει και τον χτυπούσαν απαλά με ραβδάκια μέχρι να πιάσει κάποιον άλλον και να πάρει τη θέση του.


4) ΚΟΤΤΑΒΟΣ : Κατεξοχήν συμποσιακό παιχνίδι, που σκοπό είχε να ρίξουν οι συμποσιαστές εύστοχα στάλες κρασιού σε μια λεκάνη με νερό, απευθύνοντας μια ευχή προς το αγαπημένο τους πρόσωπο. Πλείστες είναι οι αναπαραστάσεις.



5) ΑΜΠΑΡΙΖΑ : το σημερινό κυνηγητό.

6) ΔΙΕΛΚΥΣΤΙΝΔΑ : χρονολογείται από τον 5ο αιώνα και μετά. Οι παίκτες καρφώναν στο χώμα ένα δοκάρι που στο μέσο του είχει μια τρύπα από όπου περνούσαν ένα σκοινί. Στις δύο άκρες του, δενόταν από ένας παίκτης, έτσι ώστε ο ένας να μην κοιτάζει τον άλλο, και προσπαθούσαν τραβώντας με δύναμη, να φέρουν ο ένας τον άλλον κοντά στη δοκό. Θεωρούνταν ως μέσο για την ενδυνάμωση των παιδιών και τη βελτίωση της φυσικής τους κατάστασης.

Σύνταξη κειμένου: Λάμπρος Τάτσης
https://www.facebook.com/Philo-Logic-520735501411626/





Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2015

Ο θάνατος του Αννίβα - Κορνήλιος Νέπως

Cornelius Nepos
                           
                                                           Hannibal, XII

Huc cum legati Romanorum venissent ac multitudine armatorum domum eius circumdedissent, puer ab ianua prospiciens Hannibali dixit plures praeter consuetudinem armatos apparere. Qui imperavit ei ut omnes fores aedificii circumiret ac propere sibi nuntiaret, num eodem modo undique obsideretur. Puer cum celeriter, quid vidisset, renuntiasset omnesque exitus occupatos ostendisset, sensit Hannibal id non fortuito factum, sed se peti neque sibi diutius vitam esse retinendam. Quam ne alieno arbitrio dimitteret, memor pristinarum virtutum, venenum, quod semper secum habere consueverat, sumpsit.


Μετάφραση:
Όταν είχαν έρθει εκεί οι πρέσβεις των Ρωμαίων και με πλήθος στρατιωτών το σπίτι αυτού είχαν περικυκλώσει, κάποιος δούλος, ο οποίος παρατηρούσε από την πόρτα είπε στον Αννίβα, ότι φαίνονταν οι περισσότεροι ασυνήθιστα οπλισμένοι. Αυτός τον διέταξε, να ελέγξει όλες τις πόρτες του οικοδομήματος και να του αναφέρει γρήγορα, αν με τον ίδιο τρόπο από παντού πολιορκείτο. Ο δούλος όταν γρήγορα ανακοίνωσε, τι είχε δει, και ανέφερε, ότι όλες οι έξοδοι είχαν καταληφθεί, αντιλήφθηκε ο Αννίβας ότι αυτό δεν έγινε τυχαία, αλλά ότι καταζητείτο  και ότι περισσότερο δε θα έπρεπε να διαρκέσει η ζωή του. Αυτή, για να μην την αφήσει σε άλλη (ξένη) κρίση, ενθυμούμενος τις προηγούμενες αρετές, δηλητήριο, το οποίο πάντα συνήθιζε να έχει μαζί του, πήρε.


multitudo, -dinis (θηλυκό, γ'κλίση) = το πλήθος
consuetudo, -dinis (θηλυκό, γ'κλίση) = η συνήθεια
aedificium, -ii+-i = οικοδόμημα
propere (επίρρημα) = γρήγορα, αμέσως
fortuito (επίρρημα) = τυχαία 
retineo, retinui, retentum, retinere (2) = κρατώ, διατηρώ
venerum, -i (ουδέτερο, β'κλίση) = δηλητήριο


*Ο Αννίβας, προκειμένου να μην πέσει στα χέρια των Ρωμαίων το 183 π.Χ, αυτοκτόνησε στη Λίμπισα, κοντά στην σημερινή Κωνσταντινούπολη, πίνοντας δηλητήριο.





Σύνταξη-Μετάφραση αποσπάσματος: Πανουτσακοπούλου Ειρήνη