Κυριακή 10 Απριλίου 2016

Εγκέλαδος - Ο αρχηγός των Γιγάντων



      Γιος του Ταρτάρου και της Γης, ο Εγκέλαδος (έγκειμαι + λας = ο εγκατεστημένος στα πετρώματα) ήταν ο αρχηγός των Γιγάντων κατά τη διάρκεια της Γιγαντομαχίας.

   Ο Εγκέλαδος, όπως και οι υπόλοιποι Γίγαντες γεννήθηκαν από το αίμα του Ουρανού, που έσταξε πάνω στη Γη, όταν ο πρώτος ακρωτηριάστηκε από το γιο του Κρόνο. 
   Η γέννηση τους, η εξωτερική τους εμφάνιση καθώς και η Γιγαντομαχία, η σύγκρουση δηλαδή των Γιγάντων με τους Θεούς, μας παραδίδεται από τον Απολλόδωρο στο έργο του «Περί Θεῶν»:

[…] η Γη, αγανακτισμένη για την τύχη των Τιτάνων [ο Δίας τους είχε ρίξει στον Τάρταρο], γέννησε από τον Ουρανό τους Γίγαντες, τεράστιους και ανίκητους, φοβερούς στην όψη, με πυκνά, πλούσια και μακριά μαλλιά και γένια και με λέπια φιδιού στα πόδια. Μερικοί λένε ότι γεννήθηκαν στις Φλέγρες, άλλοι πάλι στην Παλλήνη. Αυτοί εξακόντιζαν στον ουρανό πέτρες και φλεγόμενες δρυς. Απ’ όλους τους διέφερε ο Πορφυρίωνας και ο Αλκυονέας, που παρέμενε αθάνατος, όσο πολεμούσε στη γη που γεννήθηκε. Αυτός έδιωξε και τις αγελάδες του Ήλιου από την Ερύθεια. Στους θεούς δόθηκε σαφής χρησμός ότι κανένας τους δεν θα μπορούσε να σκοτώσει τους Γίγαντες, και ότι θα μπορούσαν να τους εξοντώσουν αν κάποιος θνητός συμμαχούσε μαζί τους. Όταν το πληροφορήθηκε η Γη, αναζήτησε ένα βοτάνι, για να μη σταθεί δυνατό να εξολοθρευτούν από κανένα θνητό. Αλλά ο Δίας απαγόρευσε στην Ηώ, στη Σελήνη και στον Ήλιο να φέγγουν και πρόλαβε αυτός και έκοψε το βοτάνι· με τη μεσολάβηση μάλιστα της Αθηνάς εξασφάλισε για σύμμαχο τον Ηρακλή. Και εκείνος σημάδεψε με το τόξο του πρώτα τον Αλκυονέα· αλλά πέφτοντας αυτός στη γη, ξανάβρισκε τις δυνάμεις του· με τη συμβουλή όμως της Αθηνάς ο Ηρακλής τον τράβηξε έξω από την Παλλήνη. Και εκείνος λοιπόν με αυτόν τον τρόπο πέθανε. Ο Πορφυρίωνας πάλι, την ώρα της μάχης με τον Ηρακλή, όρμησε και στην Ήρα. Γιατί ο Δίας του ξύπνησε πόθο ερωτικό για τη θεά, η οποία, καθώς αυτός τις ξέσκιζε τα πέπλα θέλοντας να τη βιάσει, έβαλε τις φωνές καλώντας σε βοήθεια· και καθώς ο Δίας τον κατακεραύνωσε, ο Ηρακλής τον σκότωσε με το τόξο του. Όσο για τους υπόλοιπους, ο Απόλλωνας χτύπησε με τα βέλη του το αριστερό μάτι του Εφιάλτη και ο Ηρακλής το δεξιό· τον Εύρυτο τον σκότωσε ο Διόνυσος με τον θύρσο, τον  Κλυτίο η Εκάτη με δαυλούς, τον Μίμαντα ο Ήφαιστος που τον χτύπησε με πυρακτωμένο σίδερο. Η Αθηνά με τη σειρά της, καθώς ο Εγκέλαδος το έσκαγε, έριξε επάνω του το νησί της Σικελίας, ύστερα έγδαρε τον Πάλλαντα και με το δέρμα του προστάτευε το σώμα της την ώρα της μάχης. Ο Πολυβώτης, κυνηγημένος μεσοπέλαγα από τον Ποσειδώνα, φθάνει στην Κω· και ο Ποσειδώνας έκοψε ένα κομμάτι του νησιού, που ονομαζόταν Νίσυρος, και το έριξε επάνω του. Ο Ερμής, φορώντας στην μάχη τη δερμάτινη περικεφαλαία του Άδη, σκότωσε τον Ιππόλυτο, η Άρτεμη τον +Γρατίωνα+, οι Μοίρες πολεμώντας με χάλκινα ρόπαλα, σκότωσαν τον Άγριο και τον Θόωνα, τους υπόλοιπους τους χτύπησε ο Δίας με κεραυνούς και τους εξόντωσε· και σε όλους εξαπέλυε τα βέλη του ο Ηρακλής και τους αποτελείωνε. 

(Απολλόδωρος 1.7.1.)


   Κύριος αντίπαλος του Γίγαντα Εγκέλαδου ήταν η θεά Αθηνά. Μόλις ο Εγκέλαδος είδε τη φρικτή δολοφονία του γίγαντα Πάλλαντα από τη θεά, προσπάθησε να διαφύγει. Τότε, εκείνη «άρπαξε» την Σικελία (ή το βουνό Αίτνα) και την πέταξε πάνω στον Εγκέλαδο καταπλακώνοντας και σκοτώνοντάς τον. 
Από τότε οι αρχαίοι Έλληνες εξηγούσαν τις εκρήξεις της Αίτνας και τους σεισμούς, ως βογκητά πόνου του Εγκέλαδου. 

  Ο Παυσανίας μας παραδίδει διαφορετικά το θάνατο του Εγκέλαδου, με την Αθηνά να ρίχνει το άρμα με τα τέσσερα άλογα πάνω στον γίγαντα. Αυτή η εκδοχή της ιστορίας είχε ιδιαίτερη απήχηση στους καλλιτέχνες, οι οποίοι απεικόνισαν την σκηνή σε αγγεία και σε ναούς. 



Η θεά Αθηνά και ο Γίγαντας (πιθανώς ο Εγκέλαδος) 
Μελανόμορφος αμφορέας, 550-500 π.Χ.



Επιμέλεια/Σύνταξη κειμένου: Πανουτσακοπούλου Ειρήνη
Facebook Page



Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

ΜΕΣΣΗΝΗ

Η Μεσσήνη ήταν κόρη του Τρίοπα, βασιλιά του Άργους και σύζυγος του Πολυκάονα, του πρώτου βασιλιά της Μεσσήνης (σύμφωνα με άλλη εκδοχή, η Μεσσήνη ήταν αδελφή του Τρίοπα και κόρη του Φόρβαντα και της Εύβοίας). Το γεγονός, ότι ο Πολυκάονας ήταν δευτερότοκος γιος του βασιλιά Λέλεγα απο τη Λακωνία, ώθησε την φιλόδοξη γυναίκα του Μεσσήνη, να συγκεντρώσει δυνάμεις από το Άργος και τη Λακωνία και να ιδρύσει βασίλειο στη χώρα που αργότερα πήρε το όνομα της (Μεσσηνία). Υπήρχε ένας ναός στην πόλη που περιείχε άγαλμα της Μεσσήνης φτιαγμένο από χρυσό και Πάριο μάρμαρο. Στο πίσω μέρος του ναού, απεικονίζονταν οι μεταγενέστεροι βασιλείς της Μεσσηνίας. Στη διάρκεια της βασιλείας τους, τους επισκέφθηκε ο Καύκωνας, που εισήγαγε τη βασιλεία των Μεγάλων θεών. Σε νομίσματα των αυτοκρατορικών χρόνων εικονίζεται από τη μία πλευρά ο Δίας και από την άλλη η Μεσσήνη φορώντας πέπλο και στέμμα σε σχήμα τείχους.

Σύνταξη/επιμέλεια κειμένου: Λάμπρος Τάτσης
Facebook page

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2016

Φαέθων


    Κατά την Αρχαία Ελληνική Μυθολογία, ο Φαέθων (< φαέθων μτχ. τοῦ φαέθω=λάμπω, φωτίζω) ήταν γιος του θεού Ήλιου και της κόρης του Ωκεανού, Κλυμένης. 

   Στον «Τίμαιο, 22c» του Σόλωνος μας παραδίδεται, ότι ο θεός Ήλιος δέχτηκε να ικανοποιήσει μία επιθυμία του γιου του και του επέτρεψε κάποτε να ζέψει το άρμα του και να το οδηγήσει. Ο Ήλιος προειδοποίησε τον Φαέθοντα για τον κίνδυνο και τον παρακάλεσε να αλλάξει γνώμη. 
   Ο Φαέθων αποφασισμένος να πραγματοποιηθεί η επιθυμία του, ανέβηκε στο άρμα όντας ανίκανος να το ελέγξει. Τα άλογα, μόλις αντιλήφθηκαν, ότι ο αναβάτης τους δεν ήταν ο θεός Ήλιος, άρχισαν άλλα να πετάνε ψηλά και άλλα να κατεβαίνουν στη γη. Το άρμα έφτασε τόσο χαμηλά, ώστε όλα άρχισαν να καίγονται και οι ποταμοί να στερεύουν από νερό. 
    Η θεά Γη παρακάλεσε το Δία να την σώσει και έτσι, ο θεός φοβούμενος για τους ανθρώπους, κατακεραύνωσε τον Φαέθοντα, σκοτώνοντάς τον στον Ηριδανό ποταμό. Οι αδελφές του Ηλιάδες, τον εντόπισαν νεκρό και αφότου θρήνησαν για αυτόν, προσπάθησαν να σηκωθούν από τον τάφο. Τα σώματα τους, όμως, είχαν μετατραπεί σε λεύκες (αίγειρες) και τα δάκρυά τους σε κεχριμπάρι.
   Κατά τον Οβίδιο στις «Μεταμορφώσεις», το άρμα του Φαέθοντος μαύρισε το δέρμα των Αιθιόπων και δημιούργησε την έρημο της Λιβύης.



Η πτώση του Φαέθοντος στον Ηριδανό ποταμό


Σύνταξη/επιμέλεια κειμένου: Πανουτσακοπούλου Ειρήνη
Facebook Page

Κυριακή 6 Μαρτίου 2016

Ο μύθος του Δείμου

        Γιος των θεών Άρη και Αφροδίτη, ο Δείμος θεωρείτο η προσωποποίηση του τρόμου στην Αρχαία Ελληνική Μυθολογία. Μαζί με τον αδελφό του, Φόβο, συνόδευαν τον Άρη στα πεδία της μάχης.
       Σύμφωνα με άλλους, πατέρας του ήταν ο Πόλεμος και αδελφός του ο Κυδοιμός.
      (Ο Φόβος ήταν η προσωποποίηση του φόβου, ενώ ο Κυδοιμός η προσωποποίηση του θορύβου της μάχης).

      Η ασπίδα του Αχιλλέα, καθώς και του Αγαμέμνονα έφεραν πάνω τη μορφή του Δείμου.

     Αναφορά στο Δείμο και στο Φόβο γίνεται στην «Ιλιάδα» του Ομήρου, στα «Ονειροκριτικά» του Αρτεμίδωρου και στα «Διονυσιακά» του Νόννου του Πανοπολίτη.

                              Ὄρσε δὲ τοὺς μὲν Ἄρης, τοὺς δὲ γλαυκῶπις Ἀθήνη
                              Δεῖμός τ᾽ ἠδὲ Φόβος καὶ Ἔρις ἄμοτον μεμαυῖα, 
                              Ἄρεος ἀνδροφόνοιο κασιγνήτη ἑτάρη τε,
                              ἥ τ᾽ ὀλίγη μὲν πρῶτα κορύσσεται, αὐτὰρ ἔπειτα
                              οὐρανῷ ἐστήριξε κάρη καὶ ἐπὶ χθονὶ βαίνει· 

                            «Και τούτους ο Άρης τους ξεσήκωνε, τους άλλους η Παλλάδα,
                             κι ο Φόβος κι η Τρομάρα κι η άπαυτα ξεφρενιασμένη Αμάχη, 
                             του Άρη του αντροφονια η συντρόφισσα κι αντάμα κι αδερφή του᾿ 
                             που λίγο λίγο πρώτα ασκώνεται, μα γρήγορα στυλώνει                
                             ψηλά στα ουράνια το κεφάλι της καί περπατάει στο χώμα».
   (Ιλιάς, Ραψωδία Δ, στ.439-443)

 

                            Δεῖμος καὶ Φόβος Ἄρεος υἱοὶ καὶ αὐτὸς δὲ ὁ Ἄρης στρα-
                            τηγοῖς καὶ στρατιώταις καὶ μονομάχοις καὶ λῃσταῖς καὶ
                            κυβευταῖς πᾶσι συμφέρουσι.  
  (Αρτεμίδωρος, Ονειροκριτικόν, 2, 39)


 
                                           καὶ αὐτίκα κῶμα τινάξας
                              πρώιον ἀρτιχάρακτον ὀπιπεύων φάος Ἠοῦς 
                              θερμὸς Ἄρης ἀνέπαλτο, Φόβον καὶ Δεῖμον ἐγείρας
                             ζεῦξαι φοίνιον ἅρμα ταχύδρομον· οἱ δὲ τοκῆι
                             σπερχομένῳ πείθοντο· καὶ ἀγκυλόδοντι χαλινῷ
                             Δεῖμος ἐριπτοίητος ἐπισφίγξας γένυν ἵππων
                             δέσμιον αὐχένα δοῦλον ἐπεσφήκωσε λεπάδνῳ, 
                             ζεύγλην δ' ἀμφὶς ἔδησεν· Ἄρης δ' ἐπεβήσατο δίφρου· 
 (Νόννος, Διονυσιακά, 29,367)




Σύνταξη/Επιμέλεια κειμένου: Πανουτσακοπούλου Ειρήνη
Facebook Page



     

Δευτέρα 29 Φεβρουαρίου 2016

Ο μύθος του Προκρούστη

 
   Ο Προκρούστης (< προκρούω = χτυπώ, επιμηκύνω κάτι σφυρηλατώντας το), ή αλλιώς Πολυπήμων (< πολύς + πήμων, ρ. πάσχω = προκαλώ πολλές πληγές), ήταν ληστής της Αθήνας, και συγκεκριμένα της περιοχής της Ελευσίνας.

  Ο Προκρούστης προσκαλούσε τους διαβάτες, που περνούσαν το δρόμο προς την Αθήνα, να ξαπλώσουν στο σιδερένιο κρεβάτι, που είχε (γνωστή - ως σήμερα - η φράση «κρεβάτι του Προκρούστη», από την Προκρούστεια κλίνη του ληστή).
   Αν το θύμα ήταν ψηλό, χρησιμοποιώντας το σφυρί του έκοβε τα μέλη, που προεξείχαν. Αν το θύμα ήταν κοντό, τραβούσε τα άκρα του, μέχρι να φτάσουν το μήκος του κρεβατιού.

   Ο Θησέας ερχόμενος μια μέρα από την Τροιζήνα στην Αθήνα, κατάφερε να νικήσει τον Προκρούστη, τοποθετώντας τον στο ίδιο του το κρεβάτι. Όντας μεγαλύτερος από το κρεβάτι, ο Θήσέας έκοψε το κεφάλι και τα πόδια του Προκρούστη, σκοτώνοντάς τον.

  Η δολοφονία του Προκρούστη αποτελεί την τελευταία περιπέτεια του Θησέα, πριν φτάσει στην Αθήνα.





Επιμέλεια/σύνταξη κειμένου: Πανουτσακοπούλου Ειρήνη


Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2016

Ψυχοστασία


    Ο όρος «Ψυχοστασία» (<ψυχή + ἵστημι) στην αρχαία ελληνική μυθολογία, αναφέρεται στη ζύγιση της ψυχής ενός ατόμου πριν το θάνατό του, πάνω σε μια ζυγαριά (αρχ. «πλάστιγξ»). 


    Τόσο στη μυθολογία, όσο και στην ποίηση και στην αγγειογραφία, ο Δίας είναι αυτός που ζυγίζει τις μοίρες των ανθρώπων και αποφασίζει για την κατάληξη τους.
    Στην ραψωδία Χ της Ιλιάδας, περιγράφεται η σκηνή της ζύγισης της «κήρος» των δύο εχθρών, Αχιλλέα και Έκτορα. Η ζυγαριά ρέπει προς την πλευρά του Έκτορα, καταδικάζοντας τον έτσι σε θάνατο:


«[...]ἀλλ᾽ ὅτε δὴ τὸ τέταρτον ἐπὶ κρουνοὺς ἀφίκοντο,
καὶ τότε δὴ χρύσεια πατὴρ ἐτίταινε τάλαντα,
ἐν δ᾽ ἐτίθει δύο κῆρε τανηλεγέος θανάτοιο,         210
τὴν μὲν Ἀχιλλῆος, τὴν δ᾽ Ἕκτορος ἱπποδάμοιο,
ἕλκε δὲ μέσσα λαβών· ῥέπε δ᾽ Ἕκτορος αἴσιμον ἦμαρ, 
ᾤχετο δ᾽ εἰς Ἀΐδαο, λίπεν δέ ἑ Φοῖβος Ἀπόλλων[...] 


Αλλ’ όταν τέταρτην φοράν εις τες πηγές εφθάσαν
τότ’ έστησε τ’ ολόχρυσο στατέρι του ο πατέρας
και δυο μοίρες έβαλε του τεντωτού θανάτου,
μοίραν εδώ του Έκτορος κι εκεί του Αχιλλέως.
Το σήκωσε και έγυρε του Έκτορος η μοίρα
ως εις τον Άδην, κι έφυγεν από σιμά του ο Φοίβος.

(Ιλιάδα, ραψωδία Χ, στίχοι 208-213)



    Με παρόμοιο τρόπο, ο Δίας επεμβαίνει και στη μάχη του Αχιλλέα με τον Μέμνονα ( γιος της Ηούς και του Τιθωνού, ο οποίος αναφέρεται στη «Μικρή Ιλιάδα» και στο επικό ποίημα «Αιθιοπίς»). Η θεά Θέτις και η Ηώς παρακαλούν το Δία να παρέμβει στη μάχη του Αχιλλέα με τον Μέμνονα. Ο Δίας, ζυγίζει τις μοίρες των δύο ηρώων, όμως η μοίρα του Μέμνονα καταλήγει να είναι περισσότερο βαριά, δηλώνοντας το θάνατό του από τον Αχιλλέα.



                                       Ο Δίας ζυγίζει τη μοίρα των δύο ηρώων.Ψυχοστασία.Ραψωδία Χ




«Ζυγαριές ψυχής» των Μυκηνών, 16ου αι. π.Χ





Σύνταξη/επιμέλεια κειμένου: Πανουτσακοπούλου Ειρήνη
















Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

ΧΑΡΩΝ ( Charon)

                                              Γονείς: Έρεβος και Νύχτα

Ήταν πορθμέας του Άδη. Παριστανόταν ως ένας σκελετωμένος γέροντας, με γένια και κουρελιασμένο μανδύα ή ως φτερωτός δαίμονας με διπλό σφυρί. Αναφέρεται συχνά, ότι μετέφερε τις ψυχές αντίπερα στον ποταμό της Στύγας. Σύμφωνα όμως με τις περισσότερες πηγές (συμπεριλαμβανομένου και του Παυσανία), ο ποταμός αυτός ήταν ο Αχέροντας. Οι νεκροί έπρεπε να πληρώσουν έναν οβολό για τη ναύλα. Για αυτό, στην Αρχαία Ελλάδα, όταν πέθαινε κάποιος, τοποθετούσαν έναν οβολό κάτω απο τη γλώσσα του, για να έχει τη δυνατότητα να πληρώσει το Χάροντα. Όποιος δεν πλήρωνε τον οβολό, ήταν καταδικασμένος να περιπλανιέται στις όχθες του Αχέροντα για εκατό χρόνια. Στους Νεκρικούς διαλόγους του Λουκιανού, αναφέρεται ο Μένιππος, ως ο μόνος που διέσχισε τον Αχέροντα χωρίς να πληρώσει-γιατί δεν είχε. Στον ίδιο διάλογο, συναντάμε και τη φράση: ''Οὐκ ἄν λάβοις παρά τοῦ μή ἔχοντος''. Είχε απαγορευτεί στον Χάροντα να μεταφέρει ζωντανούς, γι' αυτό και όταν αναγκάστηκε από τον Ηρακλή να τον μεταφέρει, τιμωρήθηκε με ένα χρόνο φυλάκισης. 


                                     
                                           
                                             

Σύνταξη/επιμέλεια κειμένου: Λάμπρος Τάτσης
facebook page